γύρω στο 20%-21%,που είναι ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι αυτό διαπιστώνεται σε περίοδο ραγδαίας μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού. Ποια θα μπορούσε να είναι η αιτία αυτού του φαινομενικά παράδοξου γεγονότος; Η προσεκτική ανάλυση των δεδομένων μάς οδηγεί σε δύο όχι αμοιβαία αποκλειόμενες ερμηνείες.
Μία πρώτη ερμηνεία πηγάζει από την ανάλυση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και τη διάρθρωση του συστήματος κοινωνικής προστασίας της Ελλάδας, που το καθιστούν ιδιαίτερα αναποτελεσματικό ως προς την αντιμετώπιση της φτώχειας. Σύμφωνα με το δείκτη σχετικής αποτελεσματικότητας που έχουμε κατασκευάσει, με βάση τη σχέση μεταξύ των δαπανών για κοινωνική προστασία και της φτώχειας, η Ελλάδα εμφανίζεται ως μία από τις περισσότερο αναποτελεσματικές χώρες της ΕΕ-15 στη χρήση των δαπανών για κοινωνική προστασία. Οι μόνες χώρες που εμφανίζουν μικρότερη αποτελεσματι- κότητα από την Ελλάδα είναι η Ιταλία, η Μ. Βρετανία και η Ιρλανδία.
Η δεύτερη εστιάζει στο χαμηλό, σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ, μερίδιο των λοιπών, εκτός συντάξεων, μεταβιβάσεων στο σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται, προκύπτει ότι η αύξηση των κοινωνικών μεταβιβάσεων σε χρήμα το διάστημα 1995-2008 περιορίστηκε μόνο στην αύξηση των συντάξεων. Οι λοιπές, εκτός συντάξεων, μεταβιβάσεις (όπως οικογενειακά επιδόματα, επιδόματα ανεργίας, στέγασης κ.λπ.) πα- ρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες, στο 3% του ΑΕΠ, ποσο- στό το οποίο είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ-15. Κατά συνέπεια, το μερίδιο των λοιπών κοινωνικών μεταβι- βάσεων σε χρήμα ως προς τις συνολικές κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώθηκε από 0,23 το 1995 σε 0,20 το 2008· έτσι, παρέμεινε σε πολύ πιο χαμηλό επίπεδο από το αντίστοιχο μέσο μερίδιο στην ΕΕ-15, όπου το ίδιο διάστημα μειώθηκε από 0,37 σε 0,33 .











