ως εργαλείο αντιμετώπισης τόσο της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. όσο και της περιβαλλοντικής.
Έτσι, η διαχείριση των πόρων που συνδέεται με την ισορροπία του περιβάλλοντος επαναπροσδιορίζεται στη βάση της βιωσιμότητά τους. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαία προϋπόθεση είναι η ανάπτυξη παραγωγικών δομών, αλλά και υποδομών της οικονομίας που να ευνοούν την βιωσιμότητα του συστήματος συνολικά. Αυτό προϋποθέτει ότι η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων γίνεται με μικρότερο ρυθμό από αυτόν με τον οποίον ανανεώνονται. Διαφορετικά, θα εμφανιστεί το φαινόμενο της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, η οποία αν δεν αντιμετωπισθεί έγκαιρα, δεν θα μπορέσει να υποστηρίξει την ανθρώπινη ζωή (π.χ. κλιματική αλλαγή) μακροπρόθεσμα, και πιθανά να οδηγήσει τον πλανήτη μας σε οικολογική κρίση. Προτείνεται επομένως η υιοθέτηση της πράσινης ανάπτυξης (green growth), στον βαθμό που την αφορά, ως αντίδοτο της διττής, οικονομικής και περιβαλλοντικής, κρίσης. Με τον όρο πράσινη ανάπτυξη δεν εννοείται μόνο μια φιλοπεριβαλλοντική πολιτική ή μια ανάπτυξη που σέβεται το περιβάλλον.
Αναφερόμαστε στην ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης μιας χώρας δημιουργώντας νέο πλούτο με μοχλό ανάπτυξης το περιβάλλον σε σχέση με τους διαθέσιμους πόρους και τη μεταφορά τεχνογνωσίας. Συνεπώς, τεχνολογική εξέλιξη, καινοτομία και πράσινη ανάπτυξη μπορεί και πρέπει να συμβαδίζουν. Υπό την έννοια αυτή, η προώθηση και στήριξη της πράσινης ανάπτυξης ισχυροποιεί την ανταγωνιστική θέση μιας χώρας, προστατεύοντας συγχρόνως το περιβάλλον της. Ουσιαστικά, η πράσινη ανάπτυξη χαρακτηρίζεται από ένα συγκεκριμένο τρόπο άσκησης των οικονομικών δραστηριοτήτων από τον πρωτογενή τομέα μέχρι τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, στον πυρήνα του οποίου είναι ο περιορισμός των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, και η αξιοποίηση / διαχείριση των φυσικών πόρων κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η βιώσιμη ανάπτυξη. Δηλαδή, το παραγωγικό σύστημα όχι μόνο δίνει έμφαση στη χρήση της «έξυπνης» περιβαλλοντικής τεχνολογίας (περιβαλλοντικός παράγοντας), αλλά ενισχύει τη μεγέθυνση, όχι μεγιστοποιώντας τις εκροές αλλά ελαχιστοποιώντας τις εισροές για τη δεδομένη παραγωγή (οικονομικός παράγοντας). Αυτό σημαίνει όμως ότι στη συμπεριφορά του ανταγωνισμού θα πρέπει να ενσωματωθεί η περιβαλλοντική βιωσιμότητα ως μεταβλητή, η οποία θα αφορά σε ίσους όρους όλα τα οικονομικά συστήματα και από την άποψη αυτή θα είναι παγκόσμια και για λόγους οικονομικούς, πέρα, βέβαια, από τους φυσικούς.
Παρατηρείται, ότι με ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον, διεθνείς οργανισμοί, ενώσεις κρατών, αλλά και μεμονωμένες κυβερνήσεις επανασχεδιάζουν τις πολιτικές περιβαλλοντικής διαχείρισης των πόρων. Για παράδειγμα, σε επίπεδο ΕΕ για την υλοποίηση των στόχων του ενεργειακού και κλιματικού πακέτου που ανακοινώθηκε το 2008 (γνωστότερου ως 20-20-20 το 2020), εκτός των άλλων, συμπεριλαμβάνονται στοχευόμενες δράσεις σε σχέση με την περιβαλλοντική διαχείριση των πόρων και την πράσινη ανάπτυξη.











