Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και το άρθρ. 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευoμένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ` αρθρ. 904 Α.Κ. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θ` απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται η ύπαρξη στοιχείων για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.











