ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΩΝ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ

Άρειος Πάγος: Απαγορεύεται μόνον από τον εργοδότη συμψηφισμός προσαυξήσεων για εργασία Κυριακές, εξαιρέσιμες και νυκτερινά


Κοινοποίηση:  
Υπολογισμός προσαυξήσεων για απασχόληση την κυριακή και τις ημέρες αργίας. Απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερον καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του ως άνω β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά Κυριακή επί χρόνο άνω των πέντε ωρών πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.

 


ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Άρειος Πάγος 339/2011

Υπολογισμός προσαυξήσεων για απασχόληση την κυριακή και τις ημέρες αργίας.

Απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερον καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του ως άνω β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά Κυριακή επί χρόνο άνω των πέντε ωρών πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.

 

ΑΠ 339/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .....................που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου .............................
Των αναιρεσιβλήτων:
1)Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία ...................... που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα,
2)Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία ............................ που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ........................... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Οι 1η ,2η,και 3η των αναιρεσίβλητων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ...... βάσει δηλώσεως κατ` άρθρο 242 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.

4) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ............................., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-06-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 993/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4357/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείων με την από 23-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Εξάλλου κατά το άρθρο 75 παρ.1 και 2 του ν. 2190/1920, που προστέθηκε ως άνω με το άρθρο 12 του Π.Δ. 498/1987,από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ` αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Τμήμα της εναγόμενης και εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .................................., και δη ο κατασκευαστικός κλάδος της μεταβιβάστηκε με απορρόφηση στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ................................. Η μεταβίβαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ` αριθμ. ΕΜ -28720/ 2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία και καταχωρήθηκε στις 10-12- 2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Ακολούθως, η ..................................... εκτός από τον κατασκευαστικό κλάδο συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ......................., η δε συγχώνευση αυτή εγκρίθηκε με την υπ` αριθμ. Κ 2-17791/2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 13-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Στη συνέχεια, η πρώτη από τις πιο πάνω εταιρείες που απορρόφησε τον κατασκευαστικό κλάδο της εναγομένης, μετονομάστηκε σε .............................. και είναι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δεύτερη, με την οποία συγχωνεύτηκε η εναγομένη και εφεσίβλητη μετονομάστηκε σε ....................... και είναι η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως και ενόψει του ότι, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Π.Δ. 178/2002, η εναγομένη παλαιά ............................, ως μεταβιβάσασα τον κατασκευαστικό κλάδο, ευθυνόταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη διάδοχο ...................... για τις μέχρι τη μεταβίβαση υποχρεώσεις της από τις συμβάσεις εργασίας, η ευθύνη αυτή από της συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση από την ....................................... μεταβιβάστηκε στη διάδοχό της τελευταίας αυτής εταιρείας και ακολούθως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων .............................. Κατά συνέπεια, εφόσον εδώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από το έτος 2007, που αποσχίστηκε ο κατασκευαστικός κλάδος, στον οποίο ανήκε ο ενάγων, η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων νομιμοποιείται παθητικά και ορθώς στρέφεται και εναντίον της η κρινόμενη αναίρεση, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών αυτής.

Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ.2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών.

Περαιτέρω, στα άρθρα 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της πιο πάνω, κατ` εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25.825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.

Κατά την ορθήν έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερον καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση.

Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3,174,664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις Υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών μετά των προβλεπόμενων προσαυξήσεων (Ολ.ΑΠ 87/1971).

Εξάλλου κατά το άρθρο 1 του β.δ. 748/1966, κατά την παράγραφο 1 του οποίου οι διατάξεις του εφαρμόζονται υπό τις σ` αυτό διακρίσεις σ` όλη την Επικράτεια, κατά τις Κυριακές και τις στο άρθρο 4 του βασιλικού αυτού διατάγματος οριζόμενες αργίες και υπό τις στο διάταγμα αυτό διακρίσεις απαγορεύεται στους στο Κράτος οπαδούς κάθε θρησκεύματος κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία και κάθε επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα.
Ακόμη, κατά μεν την παρ.1 του άρθρου 10 του ίδιου β.δ/τος "μισθωτοί εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενοι κατά Κυριακήν, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος, άνω των πέντε ωρών, δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως ταύτης και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως διαρκείας 24 συνεχών ωρών κατ` άλλην εργάσιμον ημέραν της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος, αρχομένων από της ώρας λήξεως της εργασίας", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου "μισθωτός εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενος κατά Κυριακήν μέχρι πέντε ώρας δύναται να αξιώση ισόχρονον αναπληρωματικήν εβδομαδιαίαν ανάπαυσιν εκ του εργασίμου χρόνου άλλης ημέρας της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος". Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του ως άνω β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά Κυριακή επί χρόνο άνω των πέντε ωρών πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.

Η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευμένη από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες υπό τις οποί ες ακύρως εργάστηκε κατ` αυτές ο μισθωτός.

Έτσι, ειδικότερα, ο εργοδότης υποχρεούται σε απόδοση της αμοιβής, την οποία αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο όπου παρασχέθηκε η εργασία, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο της ικανότητας και των προσόντων ε κείνου που παρέσχε αυτή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις τις οποίες θα δικαιούνταν να λάβει εκείνος που παρέσχε την εργασία, αν συναπτόταν έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως εκ των συνοδευουσών το πρόσωπο αυτού ιδιαίτερων περιστάσεων, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί εγκύρως. Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, η μέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευμένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ`αρ.904 Α.Κ.

Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Οταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με τα αιτήματά του ενάγοντος να του επιδικασθεί, μεταξύ των άλλων, για την παρασχεθείσα εργασία του κατά το επίδικο διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 12-11-2002, 4 Κυριακές το μήνα επί 12ωρο, χωρίς να του χορηγηθεί εβδομαδιαία αναπληρωματική ανάπαυση, η προβλεπόμενη από το νόμο προσαύξηση 75%, καθώς και αποζημίωση για παράνομη στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης, βάσει των διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και 4 Σάββατα το μήνα, με πενθήμερο σύστημα εργασίας, χωρίς να του χορηγηθεί αποζημίωση βάσει επίσης των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δέχθηκε τα εξής: "Στις 1-7-1998 ο ενάγων προσελήφθη με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία της οποίας μέλη είναι οι λοιπές ανώνυμες εταιρίες, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτροσυγκολητή στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία και αφορούσε την κατασκευή δύο σηράγγων στο όρος …, μήκους 9 χιλιομέτρων η καθεμία, έργο που η κοινοπραξία είχε αναλάβει από την εταιρεία........... καθώς στις σήραγγες θα τοποθετούντο σιδηροδρομικές τροχιές του ΟΣΕ. Ο μισθός του ενάγοντος τον Ιούλιο του 1998 ανερχόταν σε 273.000 δραχμές το μήνα, ακολούθως δε από 1-4-1999 έως 30-9-2000 σε 279.629 δρχ. το μήνα, από 1-1-2000 έως 31-12-2000 σε δρχ. 292.629 το μήνα, από 1-1-2001 έως 30-4-2001 σε δρχ. 294.001 το μήνα, από 1-5-2001 έως 30-8-2001 σε δρχ. 314.001 το μήνα, από 1-9-2001 έως 30-9- 2001 σε δρχ. 326.561 ή 958,36 Ευρώ το μήνα και από τον Οκτώβριο του 2001 έως και 12-11- 2002, σε 1015,86 Ευρώ το μήνα.

Το εργοτάξιο λειτουργούσε με τρεις βάρδιες ημερησίως. Ο ενάγων εργαζόταν σε βάση 8 ωρών ημερησίως. Πλην όμως απασχολείτο και υπερωριακώς και τα Σαββατοκύριακα αν άλογα με τις ανάγκες του έργου κατά τα παρακάτω. Ο ενάγων δικαιούνταν το νόμιμο μισθό που προβλέπουν οι ΣΣΕ και οι ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου όλης της χώρας. Επίσης δικαιούνταν προσαύξηση στο μισθό του λόγω επιδόματος τριετιών καθώς και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ένα ποσό από τη χρήση της συσκευής Argon και συνολικά για το έτος 1998 δρχ. 262.978 το μήνα, για το έτος 1999 δρχ.270. 478 το μήνα, για το 2000 δρχ.279. 774 το μήνα, για το 2001 δρχ.288.168 το μήνα και για το έτος 2002 888,34 Ευρώ το μήνα. Κατά δε την πρόσληψή του είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που του καταβάλλονταν, ότι θα συνυπολογίζονταν το αντίτιμο της αξίας μιας φιάλης γάλακτος που δικαιούνταν αυτός. Οι υπερωρίες καταγράφονταν στις μισθωτικές καταστάσεις από τον Απρίλιο του 2001 ως "πριμ απόδοσης". Ο ενάγων απασχολήθηκε στο εν λόγω έργο κατά τα συμφωνηθέντα στην έγκυρη εργασιακή του σύμβαση μέχρι 12-11-2002, οπότε καταγγέλθηκε η εν λόγω σύμβαση από την πρώτη εναγομένη που άσκησε το σχετικό δικαίωμα της και έληξε. Ο ενάγων εδικαιούτο, πέραν από τον προβλεπόμενο από τις παρακάτω Δ.Α. και Σ.Σ.Ε., οι οποίες ίσχυσαν και κάλυπταν, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, την εργασιακή του σχέση με τις εναγόμενες κοινοπραξίες, βασικό μισθό, τα πιο πάνω επιδόματα".

Στη συνέχεια το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του με βάση τις ανωτέρω νόμιμες και πράγματι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, δέχθηκε ότι αυτός είχε λάβει όλες τις αποδοχές του, οι οποίες μάλιστα καταχωρούνταν στις αναλυτικές μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις που τηρούσε η πρώτη εναγομένη στο εργοτάξιό της και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής για οφειλόμενες αποδοχές, ως αβάσιμο. Περαιτέρω δέχθηκε ότι "εκτός από την ημερήσια οκτάωρη εργασία που προσέφερε ο ενάγων στο εργοτάξιο της πρώτης εναγομένης, στα πλαίσια της υπόψη εργασιακής του συμβάσεως, όπως σαφώς προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καρτέλες εργασίας μισθωτού του ενάγοντος για όλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης του, εργαζόταν και πέραν του οκταώρου, αλλά και κατά δύο Σάββατα και δύο Κυριακές".

Ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι, για την υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση παράνομη υπερωριακή του απασχόληση και εργασία κατά δύο Σαββατοκύριακα το μήνα, ο ενάγων δικαιούνταν τα αναφερόμενα στην απόφαση και προσδιοριζόμενα κατά μήνα χρηματικά ποσά από την ως άνω ημέρα πρόσληψής του τον Ιούλιο 1998 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2002.Και συνολικά για προσαύξηση 75% 8 ωρών εργασίας κατά τις δύο Κυριακές, για εργασία κατά τα δύο Σάββατα, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία δικαιούνταν το ποσό των 56061, 899 ευρώ, έναντι του οποίου όμως καταβλήθηκε σ` αυτόν το συν ολικό ποσό των 61998,57 Ευρώ, με το οποίο και εξοφλήθηκαν οι ως άνω αξιώσεις του ενάγοντος, τις οποίες και απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμες, χωρίς όμως να κάνει καμία μνεία για την αξίωση αυτού για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης σε εκείνο αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυσης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της πληρωμής της προσαύξησης 75% της εργασίας των Κυριακών και ωρών κατά μήνα, που δέχθηκε ότι εργαζόταν, και της αποζημίωσης για παράνομης στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του. Ειδικότερα: Α) ως προς την προσαύξηση του 75% δεν αναφέρει το ποσό που καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για προσαύξηση 75% για την εργασία του τις άνω ώρες που δέχθηκε ότι εργάστηκε κατά τις δύο Κυριακές, ώστε να δύναται να κριθεί εάν επήλθε μερική η ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης έκρινε ότι το ποσό, που δέχθηκε ότι δικαιούται για προσαύξηση 75%, εξοφλήθηκε με την καταβολή του συνολικού ποσού των 61998,57 ευρώ, ποσό το οποίο, όπως αναφέρεται στην απόφαση, καταβλήθηκε συνολικά για τις πιο πάνω αιτίες, δηλαδή προς εξόφληση της αμοιβής των ωρών εργασίας κατά Σάββατα, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία και "για πριμ απόδοσης", όπως καταγράφονταν στις μισθολογικές καταστάσεις από τον Ιούνιο του 2001 οι υπερωρίες, κατά τις παραδοχές της απόφασης. Δεν καθίσταται όμως σαφές αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό-και ποιο-από το συνολικό των 61998,57 ευρώ, που να αφορούσε καταβολή προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού για τις πιο πάνω ώρες εργασίας τις Κυριακές ή αν στο υπέρτερο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, καταβληθέν ποσό 61998,57 ευρώ, συμψηφίστηκε- καταλογίστηκε- και το οφειλόμενο ποσό, δεδομένου ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν αναφέρεται στην απόφαση, εάν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης του 75% της εργασίας του κατά τις Κυριακές στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται ο μονομερής αυτός συμψηφισμός. Β) Ως προς την αποζημίωση για εργασία κατά τα δύο Σάββατα αναφέρεται επίσης ότι και η αξίωση αυτή του ενάγοντος εξοφλήθηκε με το παραπάνω ποσό των 61998,57 Ευρώ, χωρίς και πάλι να καθίσταται σαφές αν καταβλήθηκε κάποιο ποσό για την ως άνω αγωγική αξίωση και ποιο, ή αν στο υπέρτερο κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, καταβληθέν ποσό των 61998,57 Ευρώ, συμψηφίσθηκε το οφειλόμενο ποσό, και στην τελευταία περίπτωση, δεν αναφέρεται αν υπήρχε σχετική συμφωνία τέτοιου συμψηφισμού της εργασίας κατά τα δυο Σάββατα με τις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές. Γ) Ως προς την αποστέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δεν ανέφερε τίποτα σε σχέση με την συναπτομένη με αυτή αξίωση του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα δεν εκτίθεται σ` αυτή αν οι αναιρεσίβλητες χορηγούσαν στον πρώτο αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση για τις δύο Κυριακές το μήνα που εργαζόταν αυτός ή όχι, στοιχείο αναγκαίο για να κριθεί αν δικαιούνταν ή όχι ο αναιρεσείων αποζημίωση για τη μη χορήγηση της ανωτέρω εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

Με τις αιτιολογίες αυτές καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του ΑΝ 539/1945,όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του ν. 4504/1966,του άρθρου 5 παρ.1 εδ .δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ.7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 1998-1999) και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2000-2001) προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2002-2003 -Πράξη Κατάθεσης Υπ.Εργ. 19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ` αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1- 1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δέκα τεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2000-2001) μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη.

Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%.

Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Εξάλλου αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν υπάρχει στην απόφαση έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια ή ασάφεια αιτιολογιών, όπως συμβαίνει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, της οποίας κοινοπρακτούντα μέλη ήσαν οι δεύτερη και τρίτη απ` αυτές, συνεχώς από 1-7-1998 μέχρι 12-11-02 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, είχε προϋπηρεσία κατά την πρόσληψή του από το έτος 1975 ως βοηθός ηλεκτροσυγκολητή και από το 1986 ως αδειούχος ηλεκτροσυγκολητής Β` τάξης, από Δευτέρα έως και Σάββατο δηλ. με το σύστημα εργασίας εξ μερών την εβδομάδα, αυτές δεν του χορηγούσαν την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωναν ούτε τις αποδοχές αδείας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών αδείας και επιδόματος άδειας των ετών 1999,2000,2001 και της αποζημίωσης αδείας και επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργασίμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της αδείας του από υπαιτιότητά τους. Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ` ουσία αβάσιμο το πιο πάνω κονδύλι ο της αγωγής του και με τον 7° λόγο της έφεσης του, ο ενάγων-αναιρεσείων πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδει ας δέχθηκε τα εξής: "... Τέλος αποδείχθηκε από τις προσαγόμενες μισθοδοτικές καταστάσεις ότι έχουν καταβληθεί οι αποδοχές άδει ας του ενάγοντος καθ` όλο το επίδικο διάστημα και έλαβε αυτός για επιδόματα άδειας τα ακόλουθα ποσά: 1) Για επίδομα άδειας 1999 δρχ.139.809, ενώ εδικαιούτο 130.469 δρχ. 2) Για επίδομα άδειας 2000 έλαβε 139.809, ενώ εδικαιούτο 188.012 δρχ. 3) Για επίδομα άδειας 2001 έλαβε 157.000 δρχ., ενώ εδικαιούτο 186.745 δρχ. 4)Για επίδομα άδειας 2002 εδικαιούτο 479,18 Ευρώ έλαβε όμως 763,62 Ευρώ. Ητοι έλαβε συνολικά για την αιτία αυτή 2.044,97 ευρώ ενώ εδικαιούτο 1961,96 ευρώ``. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 1999, 2000 και 2001, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών αδείας των ετών αυτών, της δικαιούμενης αποζημίωσης αδείας έτους 2002 και της καταβολής των αποδοχών και της αποζημίωσης αδείας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα ενώ δέχεται ότι έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα οι αποδοχές άδειας καθόλο το επίδικο διάστημα, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας των πιο πάνω ετών και αποζημίωσης αδείας 2002, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε ή όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει ούτε αν έλαβε ο αναιρεσείων τις άδειες ανάπαυσης των ανωτέρω ετών, ούτε και πότε και πόσες ημέρες άδειας τυχόν έλαβε, και με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό αδείας που εδικαιούτο (δηλαδή ως παρέχων εργασία έξι ημέρες ή πέντε εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας),προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιουμένων ημερών αδείας, και ο χρόνος που τυχόν έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τον Ιούλιο του 98 που προσλήφθηκε έως και το Νοέμβριο του 2002 που από λύθηκε και μάλιστα ότι εργαζόταν επί 8ώρο από Δευτέρα έως και Παρασκευή, όπως γίνεται δεκτό κατά την εξεύρεση της διαφοράς των νόμιμων μισθών (χωρίς να διευκρινίζεται ή να αφαιρείται ο τυχόν χρόνος αδείας). Περαιτέρω γίνεται δεκτό με την απόφαση ότι ο ενάγων εργαζόταν κάθε μήνα δύο Σάββατα και δύο Κυριακές, πραγματοποιώντας, επιπλέον και υπερεργασία και υπερωριακή εργασία. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και τις ασάφειες στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά απ` αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την 4357/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Υπουργεία και Φορείς

Πίνακες κατώτατων ορίων μισθών

Πίνακες κατώτατων ορίων μισθών

ΠΙΝΑΚΕΣ ΚΑΤΩΤΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΜΙΣΘΩΝ, ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΩΝ, ΩΡΟΜΙΣΘΙΩΝ 2011 - 2012...

Ερμηνευτική Εγκύκλιος για τους μισθούς μετά τις αλλαγές του μνημονίο…

Ερμηνευτική Εγκύκλιος για τους μισθούς μετά τις αλλαγές του μνημονίου

Το υπουργείο Εργασίας έδωσε στην δημοσιότητα την εγκύκλιο με βάση τη...

Καθορισμός ποσού επιδόματος ανεργίας μετά το μνημόνιο 2

Καθορισμός ποσού επιδόματος ανεργίας μετά το μνημόνιο 2

(ΦΕΚ Β' 565/02-03-2012) ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ − ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩ...

Επαγγελματικά θέματα

1.025.877 άνεργοι σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικ…

1.025.877 άνεργοι σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας

ΣΤΟ 20,7% αυξήθηκε το ποσοστό της ανεργίας στο τέταρτο τρίμηνο του 2011, από 17,7% στ...

Σε 3 χρόνια οι μειώσεις του ενιαίου για διαφορά άν…

Σε 3 χρόνια οι μειώσεις του ενιαίου για διαφορά άνω του 25% σε μισθούς

Σε περισσότερες δόσεις θα γίνεται η παρακράτηση από τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλ...

Καταργείται η μοριοδότηση της εντοπιότητας

Καταργείται η μοριοδότηση της εντοπιότητας

Με την τροπολογία του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης που ψηφίστηκε την Τρίτη, κ...

Όλες οι αλλαγές στο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων…

Όλες οι αλλαγές στο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων

Σειρά από αλλαγές προβλέπονται στο νέο πειθαρχικό δίκαιο που ψηφίστηκε επί της αρχής....

ergnom

Τελευταίες καταχωρήσεις

Πίνακες κατώτατων ορίων μισθών

Πίνακες κατώτατων ορίων μισθών

ΠΙΝΑΚΕΣ ΚΑΤΩΤΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΜΙΣΘΩΝ, ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΩΝ, ΩΡΟΜΙΣΘΙΩΝ 2011 - 2012 όπως διαμορφώνονται με την ΠΡΑΞΗ Υπ. ...

10 αλλαγές στο νόμο για υπερχρεωμένα νοικοκυριά

10 αλλαγές στο νόμο για υπερχρεωμένα νοικοκυριά

Δε θα κατάσχονται από το δημόσιο και τις τράπεζες ποσά μέχρι 2.000 ευρώ που είναι κατατεθειμένα σε τραπεζι...

1.025.877 άνεργοι σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστ…

1.025.877 άνεργοι σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας

ΣΤΟ 20,7% αυξήθηκε το ποσοστό της ανεργίας στο τέταρτο τρίμηνο του 2011, από 17,7% στο αντίστοιχο διάστημα...